τακτικός

τακτικός
η , ό[ν] 1.
1) постоянный; регулярный; частый;

τακτικός πελάτης — постоянный клиент;

τακτική συγκοινωνία — регулярное сообщение;

τακτικός στρατός — регулярная армия;

2) аккуратный; соблюдающий порядок;
3) штатный;

τακτικός καθηγητής — штатный преподаватель;

4) тактический;

τακτικός ελιγμός — тактический манёвр;

§ τακτική αμαξοστοιχία — пассажирский поезд;

τακτικά αριθμητικά — порядковые числительные;

2. (ο ) солдат регулярной армии;

με γράψαν τακτικό — меня взяли в армию


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τακτικός" в других словарях:

  • τακτικός — fit for ordering masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακτικός — ή, ό / τακτικός, ή, όν, ΝΜΑ, και ταχτικός, ή, ό, Ν [τάσσω] νεοελλ. 1. αυτός που συμβαίνει κατά ορισμένο τρόπο ή σε ορισμένο χρόνο, σε αντιδιαστολή με τον έκτακτο (α. «κάθε απόγευμα κάνει τον τακτικό του περίπατο» β. «τακτική συνέλευση» γ.… …   Dictionary of Greek

  • τακτικός — ή, ό βλ. ταχτικός, ή, ό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αιλιανός Τακτικός — (Αelianus Tacticus, 1ος 2ος αι. μ.Χ.). Έλληνας, ίσως απελεύθερος, που ζούσε στη Ρώμη την εποχή του Αδριανού και έγραψε μια στρατιωτική Τακτική Ιστορία και βιβλίο Περί στρατηγικών ελληνικών τάξεων …   Dictionary of Greek

  • Αινείας ο Τακτικός — (4ος αι. π.Χ.). Συγγραφέας στρατιωτικών έργων. Είχε συγγράψει ένα μεγάλο βιβλίο με τον τίτλο Περί στρατηγικής υπομνήματα, όπου απαριθμούνται όλες οι προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται και όλα τα τεχνάσματα και στρατηγήματα που πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • Βίτων ο τακτικός — (αρχές 2ου αι. π.Χ.). Στρατιωτικός συγγραφέας που έγραψε το Περί κατασκευών πολεμικών οργάνων και καταπελτών, το οποίο σώθηκε σε επιτομή …   Dictionary of Greek

  • τακτικά — τακτικός fit for ordering neut nom/voc/acc pl τακτικά̱ , τακτικός fit for ordering fem nom/voc/acc dual τακτικά̱ , τακτικός fit for ordering fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακτικῶν — τακτικός fit for ordering fem gen pl τακτικός fit for ordering masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακτικόν — τακτικός fit for ordering masc acc sg τακτικός fit for ordering neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακτικώτατον — τακτικός fit for ordering masc acc superl sg τακτικός fit for ordering neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακτικαῖς — τακτικός fit for ordering fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»